Τα δικά μας παιδιά

της Ελισάβετ Χατζηκωνσταντόγλου

Ραντεβού στις 4 στο σχολείο για μπάλα. Πέντε –έξι πιτσιρικάδες, δέκα, έντεκα, το πολύ δώδεκα χρονών με μια μπάλα παραμάσχαλα μαζεύονται στην πόρτα του σχολείου.

«Ρε μαλάκες, πού είναι οι άλλοι;»

Σιγά σιγά καταφθάνουν και οι υπόλοιποι. Με κοντομάνικα και βερμούδες, κάποια μπουφάν δεμένα στη μέση, σιγά το κρύο Μάρτης μήνας, ποιος κρυώνει στο κάτω κάτω.

«Άντε ρε, θα νυχτώσει και δεν θα βλέπουμε» smslån utan kreditupplysning hos UC

Με ένα σάλτο πηδάν τα ψηλά κάγκελα του σχολείου. Παλιότερα είχανε βρει ένα κάπως στραβό και τρυπώναν από κει στο προαύλιο. Μεγάλωσαν όμως πια και την τελευταία φορά κάποιος σφήνωσε, με χίλια σπρωξίματα και βρισιές τον ξεκόλλησαν.

«Άσε ρε μη μας δει κανένα μάτι και μας περάσει για φλώρια που σφηνωνόμαστε ανάμεσα στα κάγκελα, έλα ρε πηδήξτε….Κότες! Όποιος φοβάται δεν θα ξαναπαίξει μπάλα».

Η παραίνεση καταλυτική. Ποιος τολμάει να μείνει πίσω και να τον λένε οι άλλοι «κότα»; Ο ανδρισμός τους σε αυτή την ηλικία φουντώνει μαζί με το χνούδι στο πάνω χείλος του προσώπου τους. Άσε που η μπάλα τις Κυριακές στη σχολική αυλή είναι θεσμός εδώ και δεκαετίες για τη μικρή κοινωνία των παιδιών στη γειτονιά.

Οι μανάδες το ξέρουν δεν ανησυχούν. Ξέρουν ότι με ένα σάλτο οι πιο νευρώδεις είναι στη μέσα μεριά, αλλά και τους άλλους δεν θα τους αφήσουν απ΄έξω. Κάποιος θα τραβήξει, κάποιος θα βάλει πλάτη και όλη η ομάδα θα βρεθεί στην τσιμεντένια αυλή.

Οι ομάδες χωρίζονται αμέσως. Ο Κωστής, ο Παύλος, ο Αρτάν, ο Θοδωρής και ο Μάριος, από τη μία. και ο Ασίφ, ο Νικολάι, ο Σπύρος, ο Μάκης και ο Μιχαλάκης, από την άλλη.

Οι κανόνες γνωστοί, πουστιές δεν «παίζουν» εδώ με τίποτα. Η μπέσα -αν και άγνωστη σαν λέξη για τους περισσότερους- γνώριμη σαν έννοια σε όλους. Δυο και δυο πέτρες για τέρματα και ο αγώνας αρχίζει. Βρισιές, κλωτσιές, πεσίματα. Ο ιδρώτας τρέχει συμπαρασύροντας τις προεφηβικές ορμόνες. Το ξεκάβλωμα είναι αυτό ακριβώς το κυριακάτικο παιχνίδι.

«Δώσε μπάλα, ρε κουτσέ!»

«Κοίτα ρε, έναν παπάρα που έβαλε ανάποδα τα παπούτσια σήμερα!»

«Πού “ναι η μπάλα, οέο, πού “ναι η μπάλα, πού “ναι η μπάλαααα!»

Και ο αγώνας συνεχίζεται, έτσι όπως τον μάθαιναν από τον πατέρα τους ή ακόμα και από τον παππού τους που τους έλεγε ιστορίες για τον Δομάζο και τον Κούδα. Εκεί, στο τσιμέντο του σχολείου, χωρίς κανένα τους να λογαριάζει τη καταπόνηση των πελμάτων και τα σακατεμένα καλάμια.

«Γαμώ το, νύχτωσε…»

«Ποιος ακούει τη μάνα μου που θα πάω πάλι με σκισμένη φανέλα».

«Έλα, ρε βλάκα! Πες της ότι σου πιάστηκε στα κάγκελα».

«Μην ξεστήνεις τις πέτρες να “ρθουμε αύριο πρωί πρωί να βαρέσουμε κανένα σουτάκι».

«Ωραία! Αύριο 8 παρά 20 να είστε εδώ».

«Άντε ρε! Καλό βράδυ! Τη φάγατε πάλι απόψε κότες».

Η πιτσιρικάδα, κλωτσώντας τη μπάλα, μαζεύεται στο σπίτι. Είναι τα παιδιά της γειτονιάς που ξέρεις τη μάνα τους, που σε καλημερίζουν ντροπαλά όταν σε δουν στον δρόμο, που βοηθάν τον πατέρα τους τα πρωινά του Σαββάτου να πλύνει με το λάστιχο το αμάξι, που πάνε στον φούρνο για ψωμί, που ξετσουμίζουν σιγά σιγά και όταν είναι 2-3 μαζί σφυράνε και σε καμιά κοπελιά στο δρόμο και ας είναι πιο μεγάλη. Είναι τα δικά μας παιδιά.